Υπάρχουν στιγμές που τα λόγια δεν εκφράζουν στο ελάχιστο το αίσθημα της στιγμής. Το παράδοξο έγκειται στο να προσπαθείς να ορίσεις την στιγμή εκείνη που δραπετεύει από τα λόγια ξέροντας εσύ ο ίδιος ότι διατυπώνεις απλά σπαράγματα της. Ο Τ.Σ. Έλιοτ έφτασε να ομολογήσει στα τελευταία του ότι τίποτα από όσα έγραψε δεν αντιπροσωπεύουν στο ελάχιστο αυτό που ήθελε να εκφράσει. Το γνωστό σλόγκαν της coca- cola ‘ζήσε την στιγμή’ τραβηγμένο στα όρια τoυ μπορεί να σε καταντήσει βουβό πρωταγωνιστή μιας ζωής ολοζώντανης. Αν ηταν έτσι όμως οι διαδοχικά μοναδικές στιγμές θα καταντούσαν απλά μια βαρετή επανάληψη. Μια φαντασμαγορία κενή περιεχομένου. Θα αδυνατούσε να εκτιμηθεί.
Τα λόγια παίζουν τον ρόλο μεσολαβητή μεταξύ λογικής και έκφρασης. Το πάθος διαρρηγνύει τους κανόνες της γλώσσας. Στην προσπάθεια του να εκφραστεί μέσω του λόγου εξοστρακίζεται, εξαϋλώνεται… Αυτό συμβαίνει ενδεικτικά όταν προμελετάς την στιγμή που θα εξομολογηθείς σε κάποια το πάθος που νιώθεις γι’ αυτή. Ακριβώς την στιγμή που εκφράζεσαι, αν φτάσεις μέχρι εκεί και δεν αρκεστείς στην προμελέτη, παίρνεις μια γεύση του πως φαντάζει το πάθος σε φάση εκλογίκευσης. Το αίσθημα της απελευθέρωσης δηλαδή ότι το μέσα βγαίνει έξω είναι όντως ανακουφιστικό. Είναι όμως και προσωρινό . Επισκιάζει την ουσία της όλης υπόθεσης που είναι ότι αποπειράσαι να εκφράσεις το ανέκφραστο.
Όταν ο Johnny Cash βλέπει πίσω την ζωή του σε στιγμιότυπα, ομολογεί ότι αν ήτανε να ζήσει ξανά τότε θα επέλεγε να κρατήσει τον ίδιο εαυτό. Έζησε στιγμές έντονες. Στιγμές οριακές. Άμα ηταν όμως θα ξανάπαιρνε το στοίχημα. Θα ηταν διατεθειμένος να ξαναζήσει ζωή γεμάτη με την πρόκληση να την ξεπεράσει . Γιατί ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Σχηματικά μιλώντας το παράδειγμα του Johnny Cash εκφράζει κάποιον που μάλλον κατάλαβε καλά ότι η στιγμή δεν χωράει σε επεξηγηματικά καλούπια. Παραμένει τόσο ασύλληπτη που άμα μπει τα σπάει. Γι’αυτό και θα’θελε να τις ζήσει τις στιγμές του ξανά και όλες και ακόμα άλλες τόσες, μια προς μια…
Η μέρα των χριστουγένων ηταν η τελευταία που είδα τον παππού μου. Μόλις με βλέπει μου γνέφει και πλησιάζω. Η φωνή του ειν’αδύναμη η έκφραση του κουρασμένη μα γελά. Χαρακτηριστικό του να μένει σκυφτός και σκεφτικός και όταν βλέπει πρόσωπο οικείο να ανοίγει τα μάτια και να χαμογελά. Βλέμμα αποκαλυπτικό. Κάθομαι δίπλα του και με ρωτά μάλλον κάτι από τα ίδια όπως τι γίνεται με την ζωή μου, πότε φεύγω κλπ. Η στιγμή όμως έχει κάτι. Είναι διαφορετική. Κατευθύνει την συζήτηση και την τελειώνει σύντομα με ένα χαιρετισμό που θα θυμάμαι για πάντα. Στα ενδιάμεσα κάποιος μας τραβά φωτογραφία. Μια βδομάδα μετά φεύγει. Την φωτογραφία την βλέπω μόλις χθες μετά από 4 μήνες. Είν’ ωραία φωτογραφία γιατί είναι ζωντανή φωτογραφία. Ο παππούς γελά αποκαλυπτικά κάπως δυσανάλογα σε σχέση με το κλίμα της στιγμής. …Είναι γιατί ζούσε την στιγμή έντονα… είναι γιατί εξέφραζε ότι μπορούσε να εκφράσει και κάτι παραπάνω… είναι γιατί αγαπούσε την ζωή τόσο που τον αξίωσε να ζει ζωή γεμάτη… Είναι που η ζωή κυλά γοργά και οι στιγμές τρέχουν βουβές να την προλάβουν…
Για σου παππού… κύριος του εαυτού σου μέχρι το τέλος!

Aneipwtos

…μεταξυ ιδέας και πραγματικότητας
μεταξύ κινησης και δράσης
πέφτει η σκια
μεταξύ αντίληψης και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου και σπασμού 
μεταξύ δύναμης και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας και πτώσης
πέφτει η σκια
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή 
γιατί η ζωή είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι  ο τρόπος 
π
ου τελειώνει ο κόσμος
όχι με ένα λιγμό αλλά με ένα πάταγο…”

ποίημα T.S Elliot για τον Γκάι Φοκς. Μετεστραμμένο από Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς

 

 Σύνταγμα 04/04 Πρωί. Κοσμοσυρροή και μια υπεύθυνη δήλωση. Ο εβδομηνταεπτάχρονος  Δημήτρης Χριστούλας πέφτει νεκρός εν βοή του πλήθους από την σφαίρα  του δικού του όπλου.  Στην τσέπη του ανευρίσκεται το σημείωμα με το οποίο και  ξεκαθαρίζει τους λόγους που τον οδηγούν  στο μοιραίο. Μαζί βάζει τέλος και στην σεναριολογία του  τηλε-παραθύρου που μιλά για άνθρωπο με σοβαρά προβλήματα υγείας, καταχρεωμένο στα πρόθυρα της τρέλας κλπ. Στο σημείωμα που εκτίθεται σε όλη του την διαύγεια αναφέρει:

 

«Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένισε κυριολεκτικά τη δυνατότητα επιβίωσής μου που στηριζόταν σε μία αξιοπρεπή σύνταξη που επί 35 χρόνια εγώ μόνον (χωρίς ενίσχυση κράτους) πλήρωνα γι’αυτή

»Επειδή έχω μία ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω αν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικοφ, ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για την διατροφή μου.

»Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία Συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στον Μουσολίνι (πιάτσα πορέτο του Μιλάνου)».

 

Ο Δημήτρης Χριστούλας φεύγει δίνοντας μηνύματα. Μηνύματα καθαρά και ξάστερα που δεν επιδέχονται καμίας παρερμηνείας. Η ενέργεια του δεν ηταν ούτε η ‘απέλπιδα πράξη’ ενός φρενήρη ούτε και η ηρωική έξοδος ενός ανθρώπου που ετοιμαζόταν από καιρό, όπως τα παπαγαλάκια των καναλιών αρέσκονται αυτές τις μέρες να διαλαλούν.  Μάλλον ηταν η δολοφονία ενός συνταξιούχου καταμεσής της πλατείας από τους διαχειριστές ζωών που κατοικούν απέναντι. Η  εκ προμελέτης δολοφονία είχε ως ηθικούς αυτουργούς τα λευκά κολάρα της βουλής που με τις μεθοδευμένες επισπεύσεις των μνημονίων τους βάλθηκαν εδώ καιρό να πείσουν την ελληνική κοινωνία για την αδυνατότητα της να ζεί μια ζωή αξιοπρεπή .  Ήταν ‘το δικό τους περίστροφο στα χέρια των άλλων’ και ο κύρ Δημήτρης ο άνθρωπος που τράβηξε την σκανδάλη πρώτα στον εαυτό του δίνοντας τέλος στον γολγοθά του και μαζί έναυσμα για δυναμικούς αγώνες που όλο έρχονται και διατρανώνουν ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη .        

Ο Δημήτρης Χριστούλας επέλεξε να μην ζει άλλο πια βίο ασήκωτο πίσω από τους τοίχους ενός διαμερίσματος γεμάτο στερήσεις αγωνίες και αυταπάτες. Αντί αυτού έβαζε τέλος σε μια ζωή που είχε ήδη δολοφονηθεί αφού πρώτα βιάστηκε επανειλημμένα και κατά συρροή, αφού έφτασε να χάσει κάθε ίχνος ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αφού διαμελίστηκε. Φρόντισε ωστόσο να κάνει την παρουσία του αισθητή την ώρα ακριβώς που την απαρνιόταν. Ζωή που δολοφονείται σε απευθείας μετάδοση. Παρουσία  που αρνείται να εγκαταλείψει αμαχητί..

Γιατί αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος, όχι με ένα λιγμό αλλά με ένα πάταγο..                                                                                          

     

Aneipwtos

 

Η συμπαράταξη διαφορετικών μεταξύ τους ατόμων και συλλογικοτήτων στο street parade 29/10 σε συνδυασμό με την εν κινήσει μεταφορά τους από χώρο σε χώρο,  καθιστά το εορταστικό συμβάν άξιο αναφοράς αλλά και περαιτέρω ανάγνωσης σε σχέση με πιθανά εγχειρήματα που έπονται και που αφορούν την από τον κόσμο επανα-οικειοποίηση των χώρων της πόλης. Το συμβάν αδυνατεί να ταυτοποιηθεί ως αμιγώς πολιτικό, με την έννοια δηλαδή του ότι κάποια συγκεκριμένη συλλογικότητα παρατάσσεται στον δρόμο και ακολουθεί πορεία προδιαγεγραμμένη και ελεγχόμενη έχοντας απτό αίτημα και σκοπό. Το συμβάν ωστόσο ήταν ταυτοχρόνως εν τη γενέσει του και πολιτικό. Κατάφερε να περάσει τα μηνύματα που ήθελε χωρίς καν να χρειάζεται αυτά να τεθούν επί τάπητος είτε προς αποδοχή είτε προς απόρριψη. Η επιλογή του χώρου της νεκράς ζώνης για παράδειγμα ως πρώτου σημείου στρατοπέδευσης κατέδειξε τους προσανατολισμούς και τις διαθέσεις των παρευρισκομένων: να δώσουν ζωή, ανάσα και χρώμα στον περιβάλλοντα χώρο της νεκράς ζώνης, αναγνωρισμένο από τις υπάρχουσες αντιμαχόμενες εξουσίες ως νεκρό. Ως εκ τούτου προσέβαλαν τον ίδιο τον νόμο και τους χωροφύλακες του με το να αψηφήσουν την παρουσία τους στον χώρο, δίνοντας σινιάλο στον κόσμο της άλλης πλευράς να έρθει κοντά και να νιώσει στιγμές χαράς και ευθυμίας.

Οι μεθυστικές διαθέσεις του κόσμου φάνηκαν από την στιγμή της πρώτης συνάντησης στην πλατεία Φανερωμένης. Τα μασκαρεμένα ξωτικά που κατέκλυζαν την ημι- φώτιστη πλατεία προσέδιναν μια ατμόσφαιρα μυστηριακή στο όλο συμβάν. Το τελετουργικό εξελισσόταν δίπλα από την εκκλησία και έξω από την περιφραγμένη επικράτεια της δημιουργώντας μια α-σχεσία η μάλλον σχέση απόκλισης μεταξύ του μέσα χώρου(εκκλησίας) και του έξω (πλατείας). Η πλατεία να σφύζει από ζωή, ενέργεια και διάθεση ενώ ο εσώκλειστος χώρος της εκκλησίας να παραμένει βουβός και άψυχος. Ακόμη ένας χώρος, δηλαδή, που πληροί τις προδιαγραφές ενός νεκρού τόπου, που η ύπαρξη του έρχεται να επικυρώσει τον διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, και κατ’επέκταση την αμοιβαία σύγκρουση μεταξύ ιερού κατεστημένου και μη-θεοσεβούμενου πανηγυρίζωντος πλήθους.

Η 31η Οκτωβρίου μέρα που το Street Parade έλαβε θέση, είναι η μέρα που γιορτάζεται το Halloween, το οποίο, σύμφωνα με το έθιμο, σηματοδοτεί την επίσκεψη των νεκρών υπό μορφή πνευμάτων στον Πάνω κόσμο, γεγονός που ανέκαθεν προκαταλάμβανε αρνητικά τους εν ζωή θεοσεβούμενους και προκαλούσε ανησυχία. Η μεταμφίεση, λοιπόν, των μετεχόντων στο Street Parade σε κολασμένα πνεύματα που όλα μαζί συγκεντρώνονται δίπλα από τον προαύλιο (περιφραγμένο) χώρο της εκκλησίας, λέει από μόνο του κάτι: εικονογραφεί ένα πλήθος που προσβάλλει τα καθέκαστα μέσω της μεταμφίεσης του. Καταδεικνύει επίσης το χωροθετημένο πεδίο δράσης του ‘χριστιανικού ιερού’ που παραμένει νεκρό δια της απουσίας οιασδήποτε ανθρώπινης δραστηριότητας και κίνησης. Οι παρευρισκόμενοι λοιπόν, μπορεί να μην κινήθηκαν με εχθρικές διαθέσεις απέναντι στην εκκλησία, όμως την χλεύασαν και την προσέβαλαν. Έθιξαν τα ιερά και τα όσια μιας κοινωνίας που ανέχεται εδώ και  χρόνια τους παπάδες σαν πρωταγωνιστές και ρυθμιστές των εγχώριων πολιτικοκοινωνικών πραγμάτων.

Το καρότσι που φιλοξενούσε τους εν αλλαγή  DJ’s λειτούργησε ως μέσο συντονισμού και χάραξης δρομολογίων από το πλήθος. Δρομολόγια που ναι μεν ήταν   καθορισμένα από πριν από τους οργανωτές, εύκολα  μπορούσαν δε, να αλλάξουν την πορεία και να την επαναπροσδιοριστούν. Η οργάνωση του συμβάντος αναλήφθηκε από κάποια άτομα, δεν καθοδηγήθηκε ωστόσο από κανένα ‘κέντρο’. Το καρότσι  μπορούσε να διαβεί  μονοπάτια ακαθόριστα να χαράξει τις δικές του λωρίδες διαφυγής, να φράξει την κανονική ροή της κυκλοφορίας. Ο κόσμος δημιουργούσε την δική του κατάσταση σε χώρους που έμαθε ως τώρα να είναι ανοίκειος ή στην καλύτερη των περιπτώσεων απλά περαστικός. Τώρα κουβεντιάζει, χορεύει, και μεθά στον δρόμο και στις πλατείες, στα πάρκα, και στις ‘νεκρές ζώνες’. Χαρτογραφεί εκ νέου τους χώρους της πόλης περπατώντας μέσα απο μέρη ανοίκεια. Η διέλευση του πανηγυρίζωντος πλήθους  μέσα από τις αστραφτερές βιτρίνες και τα café της Μακαρίου είχε ένα τόνο παρενοχλητικό. Ενοχλούσε τους καθώς πρέπει θαμώνες της περιοχής πληροφορώντας τους ότι εδώ συμβαίνει κάτι που σίγουρα αποκλίνει από ότι άλλο έχουν μέχρι τώρα δει. Ταυτόχρονα τους καλούσε να ακολουθήσουν και να δουν τι συμβαίνει, να λύσουν την περιέργεια τους και ενδεχομένως να γίνουν ένα με το ξέφρενο πλήθος.

Το πρωί της 29/10 ο Πολίτης με άρθρο του πληροφορούσε σχετικά με την πρωτοβουλία Occupy the buffer zone που παίρνει θέση τα τελευταία Σάββατα στον νεκρό χώρο της οδού Λήδρας. Καταληκτικά ενημερώνει ότι το Street Parade που λαμβάνει θέση την ίδια μέρα θα έχει σαν σημείο κατάληξης τον νεκρό χώρο της οδού Λήδρας. Αυτή η πληροφορία από όπου και αν προήλθε -έγκυρη η μη έγκυρη πηγή αυτό δεν έχει σημασία-, φροντίζει να διαψευστεί λίγες ώρες μετά. Το Street Parade επιλέγει το νεκρό σημείο της οδού Λήδρας σαν πρώτο σημείο στρατοπέδευσης και όχι σαν καταληκτικό όπως είχε αρχικά γραφτεί. Η επιλογή αυτού του δρομολογίου ασχέτως αν αυτή πάρθηκε για να πάει κόντρα στην δημοσιογραφική πληροφορία ή όχι, έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει πως οι όποιες πληροφορίες φθάνουν στα αυτιά των μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης( ΜΜΕ, αστυνομία) σχετικά με τις ενδεχόμενες διαθέσεις και σκοπούς κάποιου κοινωνικού συνόλου, εύκολα μπορούν να σαμποταριστούν, και  να διαψευστούν την επόμενη κιόλας στιγμή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το πλήθος αναλάμβανε την  πρωτοβουλία των κινήσεων του στο εδώ και τώρα, χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτήσει σε κανένα, χωρίς να προσυμφωνήσει δρομολόγια με κανένα αρμόδιο εξουσιαστικό φορέα. Το πανηγυρίζον πλήθος αναλάμβανε δράση, έκανε πράξη το δικαίωμα του στην διασκέδαση και την ευθυμία. Ως εκ τούτου οι όποιες προσπάθειες να κατευναστούν οι επιθυμίες του  αποτελούν αντίδραση, μια βίαιη παρεμβολή στην καθόλα ανθρώπινη θέληση για έκφραση και κοινωνικότητα.

Καθ’όλη την διάρκεια της διαδρομής η αστυνομία ακολουθούσε διακριτικά, προσπαθώντας να κρατά κάποιες αποστάσεις από τους προπορευόμενους. Πάγια πολιτική της όπως και σε κάθε πορεία είναι να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο κινείται ο κόσμος αλλά και να εξασφαλίζει την παροδικότητα του κάθε εγχειρήματος. Η κατάσταση οφείλει να επιστρέψει στην ομαλότητα, οι δρόμοι να δοθούν και πάλι στην κυκλοφορία, να φανεί όσο το δυνατόν λιγότερο ότι από εδώ πέρασαν κάποιοι που διέκοψαν τους κανονισμένους ρυθμούς ζωής της πόλης. Το πλήθος του Street Parade όμως φαινόταν να μην συμπλέει με αυτούς τους όρους. Η αστυνομία ακολουθούσε νοχελικά και αμήχανα. Δεν γνώριζε πού ακριβώς θα ηταν η επόμενη στάση και πόση ώρα αυτή θα διαρκούσε. Περίμενε απλώς το πότε θα λάβει τέλος αυτό το συμβάν που για εκείνη παρέμεινε και παραμένει ένας γρίφος, μια περίεργη και αλλόκοτη συνεύρεση.

Η στιγμή που το πλήθος πλησιάζει τον κυκλικό κόμβο του ΟΧΙ συμβαίνει το εξής αξιόλογο: Ενώ οι ενδείξεις δείχνουν ότι ο κόσμος θα πορευτεί κατά μήκος του κυκλικού κόμβου με κατεύθυνση δεξιιά προς την παλιά πόλη, κάποιοι από τους παρευρισκόμενους αλλάζουν πλάνα. Οδηγούν το καρότσι  κατά μήκος του κυκλικού κόμβου, με κατεύθυνση ώμος όχι προς τα δεξιά. Επιλέγουν αντί αυτού να κινηθούν περιστροφικά, κάνοντας κύκλο γύρω από τον κυκλικό κόμβο. Το περιπολικό της αστυνομίας πιάνεται στον ύπνο και το καρότσι βρέθεται μποτιλιαρισμένο πίσω από το περιπολικό. Και ξάφνου οι όροι αντιστρέφονται. Τώρα είναι τα όργανα της τάξης αυτά που φράζουν την κυκλοφορία και εμποδίζουν τους διερχόμενους να προχωρήσουν. Ένας ελιγμός της στιγμής στέκεται αρκετός για  να μετατρέψει τους κυνηγούς σε κυνηγημένους, τους ελεγκτές σε ελεγχόμενους. Η σύγχυση και το γενικότερο μποτιλιάρισμα που ακολουθεί αναγκάζει το περιπολικό να κινηθεί ευθεία. Το καρότσι απελευθερώνεται και το πλήθος κατευθύνεται δεξιά προς την παλιά πόλη χωρίς να συνοδεύεται πια από την αστυνομία.

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του πόσο εύκολα μπορούν να εκτεθούν και να ξεγελαστούν οι μηχανισμοί ελέγχου και αστυνόμευσης. Μέσα από μικρο-τακτικές και αυθόρμητες κινήσεις της στιγμής το πλήθος είναι πάντα ένα βήμα μπροστά. Αναπροσαρμόζει και εμπλουτίζει τις αντιστάσεις του, εκθέτοντας με τον τρόπο του την αρχαΐζουσα λογική των μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης. Είναι έτοιμο να ξεγελάσει αλλά και να διασκεδάσει, να εκθέσει και να εκτεθεί. Πάνω απ’όλα πρόθυμο   να ζει ζωή χωρίς ενστάσεις.

 

Aneipwtos      

Μεθοδευμένες προσπάθειες απο συγκεκριμένα κέντρα επιχειρήσεων [βλ.Πολίτης 11.9] να παρουσιαστούν οι Αγανακτισμένοι του προεδρικού με όρους πλήθους που συμπορεύεται μαζί με τους αγανακτισμένους της πλατείας Πουέρτα ντε Σολ και του Συντάγματος  στόχο έχουν να εμπεδώσουν στην κοινή γνώμη οτι πρόκειται για ένα κίνημα λαϊκό και αυθόρμητο το οποίο δεν υποκινείται απο κανενα, συντάσσεται κάτω απο το αίτημα να παραιτηθεί ο Χριστόφιας και αποσκοπεί στην οριστική εξιλέωση και κάθαρση του πολιτικού μας συστήματος. Επιχειρείται με αυτό τον τρόπο να παρουσιαστεί το κίνημα των αγανακτισμένων ως  αυτόβουλα αποκομμένο από την κομματική πολιτική σκηνή   ή έστω μη πολιτικοποιημένο με την έννοια οτι δεν ταυτίζεται ιδεολογικά με κανένα χωρο ούτε επιχειρεί να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από την δράση του. Αντί αυτού επιχειρείται να φανεί ότι οι Κύπριοι αγανακτισμένοι προτάσσουν κάτι καινούργιο. Eνδεικτικό είναι και το άρθρο του πολίτη «Ένας νέος Κύπριος πολίτης γεννιέται» που δημιουργεί την εντύπωση σε ένα ελαφρώς αφελή  ότι οι Κύπριοι αγανακτισμένοι αποτελούν  προϊόν κάποιου είδους «ευγενούς παρθενογένεσης» που αιτείται την άνευ όρων αποκαθήλωση της εγχώριας τάξης πραγμάτων.

Τούτη η προσπάθεια να προστεθούν οι Κύπριοι αγανακτισμένοι στον αστερισμό του  πλήθους που κατακλύζει πλατείες σε Ισπανία και Ελλάδα, αποτελούμενο από ετερόκλητα άτομα και συλλογικότητες και που αποσκοπεί στην επίτευξη  κάποιας μορφής απόλυτης δημοκρατίας- θεωρητικά πλαίσια δανεισμένα άνευ επιστροφής  από την αριστερά  του πλήθους των Virno  Hardt και Νegri-  αναχαιτίζει με τρόπο περίτεχνο την κάθε συζήτηση περί του ρόλου των ηγεμονικών δυνάμεων στο όλο παιχνίδι. Και επειδή αυτές οι ηγεμονικές δυνάμεις δεν είναι αόριστες και ακατονόμαστες αλλά έχουν όνομα και ιστορία, φέρουν βαρέως την ευθύνη για μια σειρά συγκεκριμένων γεγονότων που στιγμάτισαν και στιγματίζουν την πορεία αυτού του νησιού καλό θα ήταν να εκτεθούν με τα ονόματα τους μια προς μια. Για αποφυγή οποιωνδήποτε ασαφειών και παραλείψεων.

1)     Η Αρχιεπισκοπική Εκκλησία της Κύπρου, ο πιο επικερδής επιχειρηματικός οργανισμός στον τόπο από τον καιρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας . Είναι υπεύθυνη, τουλάχιστον στην πρόσφατη της ιστορία, πολύ επιγραμματικά   για μια σειρά εγκλημάτων όπως η στυγνή και απρόσκοπτη εκμετάλλευση της κυπριακής γης για χάριν ιδιωτικού συμφέροντος,  ασύδωτο πλουτισμό απο αμφιλεγόμενες  δωρεές πιστών, διασπάθηση δημοσιου πλούτου μέσω φοροαπαλλαγών και τόσα άλλα, για να μην αναφερθούμε και στην αγαστή συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και οθωμανικής αυτοκρατορίας στην καταστολή εγχώριων  εξεγέρσεων  . Σήμερα η εκκλησιαστική ηγεμονία όχι μόνο διαφεύγει της όποιας  σύλληψης αλλά ζει και βασιλεύει. Προσφάτως δε ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι απεργάζεται σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, ετοιμάζει λίστα με επιφανείς προσωπικότητες ικανές να αναλάβουν την προεδρία του τόπου  και εμφανίζεται έτοιμος να δώσει το ok στον λαό να αποφασίσει μέσω δημοψηφίσματος  για το ποιος  από αυτούς είναι άξιος να κυβερνήσει. Η σχέση της εκκλησίας με τους Κύπριους αγανακτισμένους, τουλάχιστον αυτούς που παρακολουθούμε  στους δείκτες μας να ανακηρύσσουν ήρωες τους αδικοχαμένους νεκρούς και να ρεμβάζουν υπέρ ‘βωμών και εστιών’, εκφράζεται ανάγλυφα στο σύνθημα που κομίζει τον τοίχο του προεδρικού «Ζητείται Ηγέτης». Σε αυτή την επίκληση η Αρχιεπισκοπή παρουσιάζεται περισσότερο από πρόθυμη να δώσει απαντήσεις.  Εφόσον μάλιστα ο Αρχιεπίσκοπος ετοιμάσει την επίμαχη λίστα με τους περιζήτητους ηγέτες  παρουσιάζεται πρόθυμος να αφήσει χώρο και για άσκηση του «αμεσοδημοκρατικού» δικαιώματος του ψηφίζειν μέσω δημοψηφίσματος χωρίς την ανάγκη να περιμένουμε εκλογές. Κινήσεις αγανακτισμένων παπαδερών που να ζητούν την εκ Θεού έλευση  ηγέτη ακόμη δεν είδαμε αλλά έπεται συνέχεια. Αναμένουμε.

2)     Σύσσωμο  το κομματικό εποικοδόμημα κλυδωνίζεται. Συντελούνται μετακινήσεις και μετατοπίσεις στον πολιτικό και ιδεολογικό χάρτη που έρχονται να αμφισβητήσουν κατά μέτωπο τον ηγεμονικό ρόλο των κομμάτων και των πολιτικών ελίτ ως φορείς έκφρασης της πολιτικής βούλησης  του λαού.  Έχοντας εις γνώσιν αυτά τα νέα δεδομένα κάποια κόμματα καταφεύγουν στην συγκρότηση άτυπων συμμαχιών που υιοθετούν πάνω κάτω  γραμμές κοινές με αφορμή την πρόσφατη έκρηξη στο Μαρί. Οι απορριπτικές κομματικές δυνάμεις ΔΗΚΟ,ΕΔΕΚ, ΕΥΡΟΚΩ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ στέκονται δίπλα στο πλευρό των αγανακτισμένων και απαιτούν την άνευ όρων παραίτηση του Χριστόφια ο οποίος  στάθηκε όπως υποστηρίζουν ανίκανος να διαχειριστεί το ζήτημα. Ο υπερβάλλων ζήλος τους να ρίξουν το φταίξιμο στον ίδιο τον Χριστόφια ως τον κατεξοχήν υπεύθυνο γι α το φονικό στο Μαρί, τους φέρνει εμμέσως στην θέση να αμφισβητούν τον ίδιο τους τον εαυτό ως κόμματα, ως φορείς που στηρίζουν τις νόμιμες από το κράτος διαδικασίες για απόδοση δικαιοσύνης και που αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του προέδρου την εκ των εκλογών πραγμάτωση της λαϊκής εντολής. Πολλές φορές από τις δηλώσεις των εκάστοτε πολιτικών αφήνεται να νοηθεί ότι πολύ λίγη σημασία δίνεται στο τι θα αποφανθεί τελικά η ‘ερευνητική επιτροπή’ αφού το μέλλον της κυβέρνησης Χριστόφια θεωρείται ήδη ξοφλημένο. Με την ελπίδα ωστόσο ότι η ερευνητική επιτροπή του Πόλυ Πολυβίου θα αποδώσει την ανάλογη δικαιοσύνη, δηλαδή θα επιρρίψει στον πρόεδρο το φόρτο των ευθυνών για το συμβάν και θα τον φέρει ως εκ τούτου στην θέση να παραιτηθεί, ρίχνουν τις τελευταίες μέρες τους τόνους και αναμένουν στο ακουστικό για τα νεότερα. Αφού όπως είναι κοινώς γνωστόν και … κάθε στιγμή είναι μια υπέροχη ευκαιρία.

Η στάση της φιλελεύθερης δεξιάς τώρα, εννοώντας το ΔΗΣΥ επιλέγεται να αναλυθεί ξεχωριστά και αυτό όχι γιατί διαχωρίζει την θέση του σε σχέση με την όλη πολεμική που εξαπολύεται εναντίον του Χριστόφια από τις προαναφερόμενες κομματικές δυνάμεις. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού το ΔΗΣΥ από την πρώτη κιόλας στιγμή της έκρηξης φρόντισε να διαχειριστεί το ‘τραύμα’  στρατηγικά, προχωρώντας σε κατά μέτωπον φραστικές επιθέσεις εναντίον του Χριστόφια, προτρέποντας τον να παραιτηθεί από ευθιξία και για χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η θέση του ως το μεγαλύτερο δεξιό κόμμα της αντιπολίτευσης που το πιο πιθανόν  θα είναι αυτό που θα επωφεληθεί και  πολιτικά από την έκρηξη στο Μαρί, με την ανάδειξη του στην εξουσία, καθώς και το ασήκωτο φόρτο του ενοχικού του παρελθόντος το κατατάσσουν στην περίοπτα προνομιακή θέση να αναλύεται  κατά αποκλειστικότητα. Αρχίσαμε με την εκκλησία και αναφέραμε επιγραμματικά κάποια γεγονότα που σκιαγραφούν το ενοχικό της παρελθόν. Για τα λοιπά κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έγινε το ίδιο για τον λόγο ότι ενδεχομένως να παρεκκλίναμε από την όλη συζήτηση σε σχέση με  την έκρηξη στο Μαρί και το κίνημα των αγανακτισμένων. Να αναφερθεί εδώ τουλάχιστον ότι το κάθε κόμμα σε αυτό τον τόπο  έχει καταχωρημένο  μητρώο  στις συνειδήσεις του λαού. Το γεγονός ακόμη ότι κομματικοί παράγοντες παντός καιρού και είδους αφήνονται να κυκλοφορούν ελεύθεροι χωρίς περιοριστικούς ρους, δεν πάει να πει ότι δεν βαρύνονται από ευθύνες σε σχέση με σωρεία σκανδάλων, δολοπλοκιών, κατάχρηση εξουσιών και άλλα τόσα. Απλά αυτές οι ευθύνες συνήθως δεν αποκαλύπτονται ή σε άλλες περιπτώσεις αποσιωπούνται πλημμελώς για χάρην ‘ιδιωτικού συμφέροντος’.  

Ο ΔΗΣΥ είναι το κόμμα με το ποιο ενοχικό παρελθόν από όλα στην σύγχρονη ιστορία του τόπου. Στον ΔΗΣΥ βρήκε σκέπη και θαλπωρή  η Γριβική δεξιά μετά την εισβολή, υπεύθυνη για μια σειρά   δολοφονιών Τουρκοκύπριων αμάχων και μαχόμενων καθώς και Κυπρίων Κομμουνιστών. Με τον φάκελο του Κυπριακού να μην έχει ακόμη ανοιχτεί και με το ΔΗΣΥ να αποποιείται των όποιων ευθυνών του απέναντι στην ιστορία, το περιστατικό στο Μαρί το έφερε κοντά στην απορριπτική δεξιά που μετά το ‘όχι’ στο σχέδιο Ανάν διασπάστηκε και τράβηξε τον δικό της δρόμο. Κάτι που αξίζει να κρατήσουμε εδώ που έχει ήδη αναφερθεί και από άλλους συντρόφους σχετικά με τις κινητοποιήσεις των αγανακτισμένων στην Κύπρο είναι ότι η ‘φρεσκαρισμένη  δεξιά’  η οποία αποτελεί αναπόσπαστο αν όχι συστατικό στοιχείο της όλης αγανακτισμένης κίνησης, παρατάσσεται πλέον στους δρόμους συσπειρωμένη με όρους επιθετικούς. Στρατοπεδεύει στην έξοδο του προεδρικού ζητώντας την έξοδο του Χριστόφια από το προεδρικό αξίωμα, καθώς και την έξοδο οποιουδήποτε που από οποιαδήποτε θέση δηλώνει αριστερός. Το σύνθημα που ομολογουμένως θα ενσωμάτωνε η δεξιά εάν της δινόταν η ευκαιρία να εκφραστεί πιο ελεύθερα θα ήταν ένα από τα παλιά: “Διώκεται οποιοσδήποτε πολίτης εμφορείται από κομμουνιστικά ιδεώδη”.  Και ένοχοι για κομμουνισμό στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι όλα τα μήκη και τα πλάτη της αριστεράς, από τους ψηφοφόρους του ΑΚΕΛ μέχρι την εξωκοινοβουλευτική αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο.

Το γιατί  σήμερα η αριστερά στην Κύπρο έφτασε στο σημείο να είναι το θύμα αδυσώπητων επιθέσεων από την δεξιά είναι σίγουρα ένα μεγάλο ερώτημα, στο οποίο θα μπορούσαν να δοθούν πολλές και διάφορες απαντήσεις. Στο τι θα μπορούσε να γίνει δε για να σταθεί στα πόδια της οι ερμηνείες ποικίλουν και διίστανται. Η πιο κάτω ρύση ενδεχομένως να μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου… έτσι για να χουμε τον νου μας:

               «:…ασχέτως της συγκεκριμένης αντίδρασης, όποιος επιτίθεται έχει πάντα το πλεονέκτημα του εφνιδιασμού, πράγμα το οποίο για κάποιο διάστημα του εξασφαλίζει σημαντική πρωτοβουλία κινήσεων: σε μεγάλο βαθμό έχει καθορίσει αυτός το έδαφος στο οποίο θα δοθεί η μάχη και έχει αναγκάσει τον αντίπαλο να αμύνεται –ακόμη και όταν αυτός (νομίζει ότι)αντεπιτίθεται.»

 

 

Μια συνέντευξη του Άκη Γαβριηλίδη στον Γιώργο Κατάλιακο

 

Γ.Κ. Το κίνημα των αγανακτισμένων έρχεται να εκφράσει μια νέα φάση και τάση αμφισβήτησης έναντι στο κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο; Από την πλατεία Ταχρίρ στην πλατεία Συντάγματος βλέπεις να ξεπροβάλλει κάτι πρόσφορο;

Α.Γ. Το κίνημα των αγανακτισμένων που συγκεντρώνεται στις πλατείες αποτελεί ασφαλώς κάτι καινούργιο. Η ιδέα δηλαδή ότι πάμε σε μια πλατεία και μερικοί από εμάς κατασκηνώνουν αρνούμενοι να φύγουν αναφέρεται σε κάτι καινούργιο, αν εξαιρέσουμε φυσικά την πλατεία Τιεν Αν Μεν πριν από αρκετά χρόνια στο Πεκίνο που αντιμετώπισε άγρια καταστολή και σήμερα είναι σαν να μην υπάρχει. Το τωρινό φαινόμενο παρουσιάζεται αρχής γενομένης από την πλατεία Ταχρίρ στην Αίγυπτο όπου είχαμε μια επινόηση μορφής πάλης θα λέγαμε και η οποία ήταν και επιτυχημένη αφού κατάφερε να εκδιώξει τον Μουμπάρακ. Ακολούθως είχαμε αυτή την μετάδοση στην πλατεία Πουέρτα δελ Σολ στην Μαδρίτη, καθώς και σε άλλες πόλεις της Ισπανίας όπου δεν ήτανε τόσο μαζική αλλά ήτανε πολύ εκτεταμένη, και εν μέρει είναι ακόμη, εν αναμονή νέων εξελίξεων.

Η πλατεία Συντάγματος λοιπόν βλέπουμε να επικοινωνεί με αυτό το δίκτυο γεγονότων. Βλέπουμε να εμπνέεται τουλάχιστον ως προς τις μορφές και την αισθητική της από αυτή την παράδοση. Δεν αντλεί στοιχεία ούτε από το Πολυτεχνείο ούτε από τους εργατικούς αγώνες στην Ελλάδα, ούτε φυσικά από το ΕΑΜ ΕΛΑΣ και την αντιδικτατορική πάλη. Αν και βέβαια υπάρχει στην ρητορεία ορισμένων πτυχών του κινήματος αναφορές σε κάποιου είδους κατοχή: ότι τελούμε δηλαδή υπό κατοχή από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά αυτό δεν παύει να χρησιμοποιείται σαν μεταφορά.

Γ.Κ. Αυτή η καινούργια μορφή πάλης λοιπόν προτάσσει προφανώς κάτι πρωτότυπο, κάτι που δεν είδαμε μέχρι τώρα και από άποψη οργανωτική και από την άποψη γενικά του κόσμου που κατεβαίνει στις πλατείες και συνδιαλέγεται.

Α.Γ. Ασφαλώς. Ο κόσμος που κατεβαίνει στο Σύνταγμα στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, απ’ όπου έχω και πιο άμεση εμπειρία, είναι κόσμος που δεν έχει προηγούμενη πολιτική εμπειρία, τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του. Δεν ήταν οργανωμένοι. Αρκετοί πρέπει να είναι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, αλλά γενικά υπάρχει μια πολύ έντονη απογοήτευση και απόρριψη για όλες τις μορφές οργανωμένης πολιτικής δράσης όπως τα κόμματα, το κοινοβούλιο … πράγμα που είναι επισφαλές και αμφίσημο, όπως θα λέγαμε ότι είναι και το όλο εγχείρημα άλλωστε. Υπάρχει ας πούμε μια παράδοση αντικοινοβουλευτισμού η οποία μπορεί να οδηγήσει σε εκτροπές του τύπου ότι όλοι είναι πουλημένοι, όλοι τα παίρνουν κ.λπ., μια ας πούμε γενική ισοπέδωση.

Αυτό ακριβώς νομίζω ότι είναι ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό. Η αμφισημία του όλου εγχειρήματος. Ότι πρόκειται για ένα συμβάν το οποίο περιέχει πάρα πολλά στοιχεία που μπορεί και να μην επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους. Αλλά νομίζω ότι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της συνεύρεσης είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι βρεθήκανε και μιλήσανε. Δηλαδή ήρθανε σε επαφή άνθρωποι οι οποίοι δεν είχανε ποτέ την ευκαιρία να συνομιλήσουν μεταξύ τους, που μπορεί στην αρχή να είπανε ανοησίες, αλλά δεν ξέρουμε τι αποτέλεσμα ακόμη θα φέρει αυτό το πράγμα. Ακούσανε άλλους, μιλήσανε, συναντηθήκανε, και δεν ξέρουμε τι έγινε μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους ακόμη, δηλαδή ίσως εκφραστεί αυτό σε μια στιγμή που ενδεχομένως να μην το περιμένουμε χωρίς να ξέρουμε και ακριβώς πώς.

Γ.Κ. Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή, χρησιμοποιώντας μια μεταφορά, ότι κάτι μαγειρεύεται και όλοι εμείς αναμένουμε να δούμε στο τέλος ποια γεύση θα χει…

Α.Γ. Ναι! ωραία παρομοίωση. Αλλά ίσως ούτε και στο τέλος. Ίσως και να μην υπάρξει κάποιο τέλος. Κάποια στιγμή ενδεχομένως να εκφραστεί αυτό απρόβλεπτα ή και κάπου αλλού σε κάποιο άλλο μέρος. Ίσως εμπνεύσει αλλού αγώνες, όπως και αυτό εμπνεύστηκε από την Αίγυπτο και την Ισπανία. Διότι το όλο γεγονός τράβηξε πολύ το ενδιαφέρον, παρακολουθείται γενικά σε όλο τον κόσμο, άλλοι έχουν περιέργεια, άλλοι αγωνία, μερικοί βέβαια το βλέπουν με εχθρότητα… O οίκοι βαθμολόγησης το παρακολουθούσανε, οι τράπεζες, γενικά τράβηξε πολύ το ενδιαφέρον.

Γ.Κ. Στο κείμενο σου για τους αγανακτισμένους (Φαλλογοκεντρισμός, η γεροντική ασθένεια του μοντερνισμού[1]) γράφεις ότι η έξοδος του κόσμου στις πλατείες συνιστά από μόνη της μια προσπάθεια του κόσμου να έρθει κοντά και να καταλάβει, να δώσει ένα κοινό νόημα στην κατάσταση που βιώνει. Κάτι που ενδεχομένως να τον ενεργοποιήσει και να αναλάβει ως εκ τούτου δράση. Λες σχετικά με τον λόγο της πλατείας ότι η σημαντικότητα του έγκειται στην «… ίδια (την) επιτέλεση της κουβέντας ως δεξιοτεχνίας, ως ‘μέσου χωρίς σκοπό’.» Θεωρείς αυτό αρκετό να δημιουργήσει κάτι χειροπιαστό και ουσιαστικό;

Α.Γ. Αυτό δεν το γνωρίζει κανείς. Θα το δούμε στο μέλλον. Νομίζω ωστόσο ότι δεν πρόκειται ναι οδηγήσει σε κάτι με την έννοια ότι θα δημιουργηθεί ένα κόμμα που θα κατέβει με συγκεκριμένο πρόγραμμα κλπ. Υπήρξαν βέβαια διάφορες προσπάθειες. Ακόμη και ο Θεοδωράκης προσπάθησε να εκφράσει κάτι οργανωμένα, ένας οικονομολόγος ονόματι Καζάκης το ίδιο, αλλά αυτές οι προσπάθειες αγνοήθηκαν τελείως. Ας πούμε ο Θεοδωράκης, επειδή έχει κάποιο κοινό ως μουσικός, πήγαν κάποιες χιλιάδες στην ομιλία του, αλλά αυτό δεν οδήγησε πουθενά. Δηλαδή ο κόσμος τούς ακούει αυτούς μεν, αλλά οι πλείστοι είναι τρομερά δύσπιστοι στο να πούνε ότι αναθέτουμε στον καθένα να μας σώσει και να μας εκπροσωπήσει.

Νομίζω η εμπειρία ότι εμείς οι ‘άσχετοι’ μαζευόμαστε και οργανώνουμε μια συνέλευση, κάνουμε δηλαδή πολιτική, ενέπνευσε κάποιου είδους αφύπνιση. Τους έδωσε δηλαδή την αυτοπεποίθηση να πουν ότι αυτούς όλους τους αντιπροσώπους δεν τους έχουμε ανάγκη. Έκανε τον κόσμο να πει ότι «εμείς συνομιλούμε, εμείς κάνουμε συνέλευση, εμείς ακουγόμαστε». Ακόμα και με στενά κριτήρια αποτελεσματικότητας είχε και έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα το όλο εγχείρημα –χωρίς και να το επιδιώκει βέβαια. Εάν γινόταν μια κινητοποίηση οργανωμένη με τα συνδικάτα, θα ήταν κάτι προβλέψιμο, δηλαδή η κυβέρνηση ξέρει τι να κάνει και πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Η μη οργάνωση των αγανακτισμένων μπέρδεψε την κυβέρνηση και την ανησύχησε, γι’ αυτό ο Ομπάμα και οι οίκοι αξιολόγησης είχανε στραμμένη την προσοχή τους στην Ελλάδα, γιατί σου λένε «τι γίνεται εδώ, πού μπορεί να οδηγήσει».

Νομίζω ότι αυτή η ρευστότητα, η οποία συνδεόταν με το γεγονός ότι είναι κάτι ακαθόριστο, ότι μετείχαν άνθρωποι χωρίς προηγούμενη πείρα στην πολιτική, χωρίς ένα know how, μια τεχνογνωσία δηλαδή, για το πώς στήνουμε μια οργάνωση και μια κινητοποίηση, ήτανε από μια άποψη ελάττωμα αλλά και από μια άλλη προτέρημα. Και φυσικά το όλο εγχείρημα ήτανε αμφίσημο, με την έννοια ότι ο αντι-κοινοβουλευτισμός έχει πολλές όψεις, μπορεί να πάει από εδώ μπορεί να πάει και από εκεί. Υπήρχαν δηλαδή άτομα ακροδεξιά τα οποία επιχείρησαν να κεφαλαιοποιήσουν και να καρπωθούν το όλο εγχείρημα χωρίς ευτυχώς μεγάλη επιτυχία προς το παρόν. Σε αντίθεση με εδώ στην Κύπρο όπου τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά από αυτή την άποψη –και από όλες τις απόψεις σχεδόν…

Γ.Κ. Ερχόμαστε λοιπόν στο θέμα των αγανακτισμένων στην Κύπρο. Το κίνημα των αγανακτισμένων εδώ στην Κύπρο εφορμάται από το συμβάν της φονικής έκρηξης στο Μαρί στις 11 Ιουλίου. Από εκείνη την στιγμή η κίνηση αυτοαποκαλείται ‘αγανακτισμένη’. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορούμε να φανταστούμε αυτό το κίνημα να παραλληλίζεται με τα κινήματα των αγανακτισμένων στην Ευρώπη;

Α.Γ. Από τα στοιχεία που έχω θα απαντούσα κατηγορηματικά πως όχι. Διότι ναι μεν εξωτερικά φαίνεται να υπάρχει το ίδιο, μια αγανάκτηση δηλαδή με μια πολιτική ηγεσία που της λέμε να φύγει. Υπάρχει επίσης το στοιχείο του τραύματος: δηλαδή ότι συνέβη ένα γεγονός απότομο, απρόσμενο και πολύ δυσάρεστο. Φυσικά, υπάρχουν νεκροί και άρα υπάρχει πένθος. Από αυτή την άποψη σκιαγραφείται μια ομοιότητα, γιατί ιδίως στην Ελλάδα αυτό το «κοινό νόημα του τραύματος» που έλεγα πριν, μια έννοια που έχω πάρει από την ψυχανάλυση, παίρνει την εξής σημασία:

Στην Ελλάδα αυτή η έξοδος του κόσμου στις πλατείες, δηλαδή ότι βγαίνουμε και θέλουμε να συζητήσουμε και να καταλάβουμε τι ακριβώς μας συνέβη, τι μας έπεσε στο κεφάλι, βγαίνει από το εξής προφανές γεγονός. Μια ωραία πρωία ήρθε κάποιος και είπε σε μια ολόκληρη κοινωνία « παιδιά η ζωή σας από αύριο θα είναι τρισχειρότερη, και αυτό για απρόβλεπτο διάστημα, και δεν φταίει κανείς. Τι να κάνουμε, έτσι είναι, και δεχτείτε το». Και μάλιστα ούτε καν «δεν φταίει κανείς», αλλά «φταίτε εσείς». Διότι, πράγματι, πολλοί είπανε ότι «η ευθύνη είναι δική σας, είστε σπάταλοι, μη παραγωγικοί», «μαζί τα φάγαμε» είπε ο άλλος κ.λπ. Και αυτό είναι πολύ δυσβάστακτο πράγμα, δηλαδή αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να το βάλεις κάτω σε μια σειρά και να πεις «εντάξει, τι να γίνει, παίξαμε και χάσαμε». Τι χάσαμε; Δηλαδή επειδή κάποιοι απίθανοι τύποι βάλανε μια βαθμολόγηση στη Νέα Υόρκη και ένα 6 το κάνανε 5, εμένα πρέπει η ζωή μου να διαλυθεί και να το δεχτώ και να μην κάνω τίποτα; Είναι ας πούμε σαν να έχεις έναν θάνατο χωρίς πτώμα, και αυτό δεν μπορείς να το πενθήσεις και να το εντάξεις σε ένα πλαίσιο. Και νομίζω ότι αυτού του τύπου η συνομιλία είχε ένα χαρακτήρα πένθους.

Αυτού του κόσμου λοιπόν ήταν σαν να του είπανε ότι τα όποια σχέδια που κάνατε για το μέλλον ξεχάστε τα, γιατί τα πάντα ανατρέπονται. Και ο κόσμος θέλησε να δώσει ένα νόημα σε αυτό, να δει τι γίνεται στον άλλο. Ήταν μια ανάγκη να το διαπραγματευθούμε και να εντάξουμε το όλο θέμα σε μία «συμβολική τάξη».

Τώρα εδώ στην Κύπρο φυσικά υπάρχουν νεκροί, νέα παιδιά πέθαναν από την μια μέρα στην άλλη, είναι δυσβάστακτο, πολύ βαρύ αυτό το πράμα. Πλην όμως είναι άλλο το πένθος από την απώλεια της ανθρώπινης ζωής και άλλο ο χειρισμός του. Εδώ πλέον αρχίζει και γίνεται χειρισμός με την κακή έννοια, δηλαδή μια εκμετάλλευση του όλου ζητήματος μου φαίνεται. Επιπλέον, δεν βλέπω να υπάρχει καμία ρευστότητα. Δηλαδή εγώ πήγα χθες στο προεδρικό και έβλεπα από μακριά τα πανό εκεί, και έλεγε ένα «Ζητείται Ηγέτης». Και εγώ αυθόρμητα σκέφτηκα, μα αυτό είναι αδιανόητο! δηλαδή στην Αθήνα, και πολύ περισσότερο αλλού, θα λέγανε «δεν θέλουμε ηγέτες, και αυτούς που έχουμε πάρτε τους, να φύγουν· δεν τους θέλουμε». Και εδώ λένε «ζητείται ηγέτης»! Δηλαδή αυτοί ξέρουν, δεν υπάρχει καμία ρευστότητα. Είναι σαν να λένε «φύγε εσύ και θα έρθουμε εμείς να τα κάμουμε καλύτερα», δηλαδή κάποιος άλλος ας πούμε, που μπορεί να μην ξέρουμε ποιος είναι αλλά να είναι κάποιος τουλάχιστον που να έχει κότσια. Εισέπραξα από αυτό ένα ανδροκρατικό αίσθημα ας πούμε. Και νομίζω ότι για αυτό τον λόγο δεν μπορείς να κερδίσεις νέο κόσμο. Πάνε δηλαδή όσοι συμφωνούν ήδη ότι ο Χριστόφιας είναι προδότης κ.λπ., αλλά δεν μπορείς με αυτό τον τρόπο να κερδίσεις κόσμο, γιατί είναι πολύ καθορισμένο το όλο πράμα εξαρχής: ότι εκεί πάνε οι δεξιοί ας πούμε, δεν υπάρχει χώρος για να πάει κάποιος να δει ή να συζητήσει κάτι. Τα ξέρουμε όλα, ας πούμε ότι ο Χριστόφιας είναι προδότης, φταίει αυτός για όλα, να φύγει και τα σχετικά. Είναι ένα πράμα τελειωμένο, δεν έχει χώρο για κάτι άλλο. Αυτή την εντύπωση έχω εγώ και από αυτά που κουβέντιασα και από αυτά που είδα.

Νομίζω ότι αυτή είναι η βασική διαφορά. Ότι στην μια περίπτωση (Αθήνα) υπάρχει ρευστότητα που αφήνει ένα χώρο για ένα κόσμο που δεν έχει σχέση με την πολιτική να συζητήσει, να ακούσει, να μετασχηματιστεί. Αυτό εδώ δεν βλέπω να προβλέπει κανένα μετασχηματισμό. Προβλέπει μόνο το «φύγε εσύ να έρθει ο άλλος και να τα κάνει καλύτερα». Οπότε οι ομοιότητες είναι εξωτερικές ως επί το πλείστον.

Γ.Κ. Κατά πόσο ένα γεγονός που συμβαίνει στον δρόμο, μια κινητοποίηση ενός κόσμου ας πούμε για ένα σκοπό, μπορεί να φέρει κοντά κόσμο ιδεολογικά αντίθετο; Παρακολουθούμε την αριστερά στην Κύπρο μετά το ατύχημα στο Μαρί να βρίσκεται σε μια γενική σύγχυση και να απέχει από τις τρέχουσες αγανακτισμένες κινητοποιήσεις…

Α.Γ. Αυτή η σκέψη, ότι δηλαδή η αριστερά οφείλει να δίνει το παρόν της σε όποιες κινητοποιήσεις λαμβάνουν χώρα, υπάρχει, όντως. Από την άλλη όμως υπάρχει και το εξής αμφίσημο: ότι, εδώ και αρκετό καιρό πλέον, στον δρόμο δεν βγαίνει μόνο η αριστερά. Αρχίζει και βγαίνει και η ριζοσπαστική δεξιά. Στην Ελλάδα τουλάχιστον είναι πολύ σαφές αυτό, ότι υπάρχει μια συγκρότηση ακροδεξιών με όρους κινήματος, δηλαδή ότι εμείς κατεβαίνουμε στον δρόμο και αμφισβητούμε. Οπότε δεν σημαίνει ότι οτιδήποτε συμβαίνει στο δρόμο μάς συνδέει αυτόματα: δεν είναι αυτόχρημα κάτι με το οποίο πρέπει να συνδεθούμε απλώς επειδή είναι στο δρόμο. Τώρα τι θα κάνουμε με αυτό είναι ένα ανοικτό ερώτημα. Τα γεγονός ότι βγαίνουν και άλλοι στον δρόμο και όχι μόνο εμείς, μας αποσταθεροποιεί κάπως. Δηλαδή λέμε: «τι να κάνουμε τώρα;». Θέτει μια νέα κατάσταση. Πραγματικά δεν έχω μια τελειωτική απάντηση γι’ αυτό, ούτε νομίζω ότι έχει άλλος κανείς. Λύνεται εν όψει του συγκεκριμένου κάθε φορά.

Από ό,τι άκουσα, και εδώ υπήρξανε δυνάμεις που δοκίμασαν πάνε στις συγκεντρώσεις και να μοιράσουνε χαρτιά ενάντια στον στρατό για παράδειγμα, και δεν πέρασε. Εντάξει, από τη στιγμή που δοκιμάζεις και βλέπεις ότι δεν περνάει, μετά θα δεις αλλιώς το όλο θέμα. Πρέπει ωστόσο να λάβεις αυτά τα δεδομένα υπόψη, ότι δηλαδή υπάρχει μια ώσμωση και μια απομίμηση. Η δεξιά απομιμείται, υιοθετεί τρόπους συμπεριφοράς. Χθες που τριγύρναγα και έψαχνα τον δρόμο για το προεδρικό, έβλεπα μερικούς οι οποίοι θα μπορούσανε να πηγαίνουν σε αναρχική διαδήλωση: ήταν κάτι νεαροί με μαύρες φανέλες, με ένα στιλ «απείθαρχης νεολαίας» που παρ’ όλα αυτά πήγαιναν σε αυτού του τύπου την συγκέντρωση. Αρχίζουμε δηλαδή να μην μπορούμε να ξεχωρίζουμε τις τάσεις, και αυτό είναι λίγο αποσταθεροποιητικό, δεν ξέρουμε πώς να το χειριστούμε. Είναι όμως ένα αναγκαίο κακό και αυτό, συμβαίνει πράγματι και καλό θα ήταν να σκεφτούμε πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε.


[1] Σύγχρονα Θέματα, τ. 114 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011) – http://wp.me/p1eY1R-7w .

H επίκληση ηθικών αξιών και ιδανικών αποτελεί την έσχατη λογική κίνηση από πλευράς κράτους και συνοδοιπόρων να κρατηθούν στη ζωή. Όταν η κατάσταση βαίνει εκτός ορίων, όταν η καταστολή αδυνατεί να κατευνάσει την λαϊκή οργή, όταν ο μπάτσος κοιτά σαστισμένος, όταν οι οδομαχίες μαίνονται και πληθαίνουν, τότε ως ευέλικτος παίκτης που είσαι οφείλεις να ποντάρεις αλλού. Σε άλλες εμβέλειες και επίπεδα. Όταν η Αθήνα πυρπολείται κατά συρροή από κόσμο που επιθυμεί την εδώ και τώρα έξοδο του από την επικρατούσα κρίση πραγμάτων , τότε τα media επικαλούνται την εγνωσμένη αξία των κτηρίων και την πολιτιστική τους κληρονομιά. Επιχειρούν να συγκινήσουν μια κοινή γνώμη της οποίας τις συνειδήσεις πουλούν και αγοράζουν νυχθημερόν στα reality shows και τα δελτία ειδήσεων, στους δείκτες των χρηματιστηρίων και στα εκλογικά debate.

Την επικύρωση του δευτέρου μνημονίου από την ελληνική βουλή στις 12/02 ακολούθησε η κατά συρροή πυρπόληση δεκάδων κτηρίων στο κέντρο της Αθήνας, γεγονός που έφερε τα media για ακόμη μια φορά σε ρόλο’ κριτή’ και καταμετρητή της λαϊκής αντίδρασης. Ο ‘χάρτης της καταστροφής’ της Αθήνας που αναρτήθηκε αστραπιαία στο in.gr, οι φερόμενες ως «… ώρες εκτροπής» που κατά την Καθημερινή, έδωσαν την ευκαιρία σε μία μικρή ομάδα «γνωστών – αγνώστων … να μουτζουρώσουν» την ειρηνική διαμαρτυρία των πολιτών, ακόμη και η αναφορά σε 40 τόνους σπασμένου μαρμάρου και πέτρας, αποτελούν όλες στιγμές ενός πολέμου εντυπώσεων κατά τον οποίο η κοινή γνώμη καλείται να αναγνωρίσει τα επεισόδια ως εκδηλώσεις ωμής βίας, που καμία σχέση δεν έχουν με τον αγνό της χαρακτήρα και τις ειρηνικές της προθέσεις. Στο όνομα της φιλελεύθερης λογικής του ‘καθωσπρεπισμού’ και του ‘ορθού λόγου’ η κοινωνία καλείται να επαναφέρει την τάξη αποκηρύσσοντας την δράση εκείνων που αψηφούν τα πλαίσια του νόμου. Η αποκατάσταση της σχέσης υπηκόου κυβέρνησης μέσω ‘μικρο-στρατηγικών διαχωρισμού’ του τύπου ειρηνικοί διαδηλωτές από την μια και κουκουλοφόροι από την άλλη, ή οι γνωστοί άγνωστοι προβοκάτορες με τα σκοτεινά συμφέροντα, αντηχεί πλέον ως αέναη επανάληψη μιας φρασεολογίας από τα παλιά που πλέον δεν πουλά και ούτε πιάνει τόπο.

Ο λαός που διαμαρτύρεται έξω από την βουλή την ώρα που υπερψηφίζεται το νέο δάνειο, σίγουρα δεν ανοίγει διαύλους συνομιλίας με την εξουσία ούτε αποπειράται να συγκινήσει κάποια αντιπροσωπεία βουλευτών έτσι ώστε να δηλώσει αποχή από την ψηφοφορία. Δεν προβάλλει αιτήματα αλλά προτάσσει απαιτήσεις που διαρρηγνύουν τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας και τους ηθικούς κώδικες δέουσας συμπεριφοράς. Είναι η σκέψη αυτών που τοποθετούνται απέξω, και επιλέγουν να τα πούνε σε μια άλλη γλώσσα. Είναι η επιθυμία τέλεσης μια τρανταχτής εξόδου που θέλει το θύμα να μετατρέπεται σε θύτη.

Aneipwtos